ΩΤΟΠΛΑΣΤΙΚΗ
PDF Εκτύπωση E-mail

Μεγάλα ή πεταχτά αυτιά, «αφεστώτα ώτα» όπως ονομάζονται, είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα και οφείλεται κατά κύριο λόγο, σε ποσοστό που αγγίζει το 96%, στην έλλειψη της ανθέλικας στο πτερύγιo.

Είναι ένα πρόβλημα που αφορά περίπου στο 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, ανεξάρτητα από τη φυλή, και γίνεται αντιληπτό αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, καθώς είναι κληρονομικό.

Μόνο μια επιτυχημένη πλαστική επέμβαση μπορεί να διορθώσει, το πρόβλημα των πεταχτών αυτιών. Επίσης μπορεί να διορθώσει το σχήμα και το μέγεθος και να τα συνδυάσει αρμονικά με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου.

Η ωτοπλαστική συνήθως γίνεται σε ενήλικες και σε παιδιά 5-6 ετών, όταν έχει πλέον ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των αυτιών. Ειδικά για τα παιδιά, συνιστάται η διόρθωση να γίνεται πριν την έναρξη της σχολικής ζωής, ώστε να μην δημιουργηθεί ψυχολογικό τραύμα από τα πειράγματα των συμμαθητών.

Yπάρχουν πολλές διαθέσιμες τεχνικές που εφαρμόζονται ανάλογα με το πρόβλημα, το πάχος του χόνδρου, που αποτελεί και το «σκελετό» των αυτιών, και το μέγεθος της κόγχης του πτερυγίου.

Στις περιπτώσεις λεπτού χόνδρου προτιμάται η συρραφή με ράμματα που συγκρατούν και διατηρούν την ανθέλικα στη σωστή θέση, ενώ σε παχύ χόνδρο προτιμότερες είναι οι χειρουργικές τομές ή και εκτομή χόνδρου, όταν για τα πεταχτά αυτιά ευθύνεται το μεγάλο μέγεθος της κόγχης του πτερυγίου. Συνήθως όμως γίνεται συνδυασμός δύο ή και τριών τεχνικών, προκειμένου να εξασφαλισθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Οι τομές γίνονται πίσω από τα αυτιά και τα ράμματα στην ανθέλικα παραμένουν στη θέση τους εφ’ όρου ζωής, χωρίς να γίνονται αισθητά από τον ασθενή ή οποιονδήποτε, με γυμνό μάτι.

Η επέμβαση γίνεται σε καλά οργανωμένη κλινική, συνήθως με τοπική αναισθησία και μέθη, παρουσία αναισθησιολόγου και η παραμονή στην κλινική είναι μόνο κάποιες λίγες ώρες.

Μετά την επέμβαση, ο ασθενής φοράει ειδικό επίδεσμο για περίπου ένα μήνα, ώστε τα αυτιά να επουλωθούν σωστά στη νέα τους θέση. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 15 ημέρες. Σπάνια εμφανίζονται πρηξίματα και μελανιές, που σταδιακά υποχωρούν εντελώς. Ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις δραστηριότητές του περίπου μία εβδομάδα μετά την επέμβαση.

Το αποτέλεσμα είναι μόνιμο, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό για τους ενήλικες ασθενείς, πριν την επέμβαση να έχουν ξεκάθαρη εικόνα όπως επίσης να λάβουν υπόψη ότι υπάρχουν και κάποιοι περιορισμοί. Ωστόσο, σε συνεργασία με το γιατρό, που γνωρίζει τις σωστές αναλογίες, το αποτέλεσμα θα είναι το επιθυμητό.